Σάββατο 10 Μαΐου 2008

Well, I wonder if I’ll ever see my labors, or if they’ll all wash away…


Θα μπορούσε να λέγεται και tangled up in blues (βλέπε Dylan στο blood on the Tracks). Ανάβω τον διακόπτη και φωτίζεται ο τόπος με το κίτρινο φως που αντανακλά στα πλακάκια του μπάνιου. Ο ήλιος δεν έχει ανατείλει αλλά και έτσι να ήταν δεν μπαίνει το φως της μέρας εκεί. Θέλω λίγα δεύτερα μέχρι οι κόρες μου να συνέλθουν από το σοκ. Τριάντα χρόνια τώρα την ίδια φάτσα βλέπω κι όμως δεν περίμενα να φτάσει η μέρα που δεν θα την αναγνωρίσω. Τσακισμένα μάτια και γκρίζες τρίχες να πετάνε ανάμεσα στα άλλοτε γεμάτα λίγδα από το ζελέ μαλλιά μου. Δεν είναι απο ξενύχτι σε μπαρ, είναι από το καθημερινό 8-ωρο που εργοδοτική αδεία μετατρέπεται καθημερινά σε 12-ωρο. Επέρασα νικηφόρα από τη γενιά των 700 ευρώ για να μπορώ να λέω στο ξένο αυτό πρόσωπο στον καθρέφτη πως ανήκει στην ελίτ των λίγο κάτω από τα 1500. Για ενάμισο κωλοχιλιάρικο καλημερίζω κάθε πρωί τον μαλάκα στον καθρέφτη και ονειρεύομαι τα ρέστα από το τέλος του μήνα για να πω πως έκανα κάτι.
Δυο άνθρωποι περπατούν στην ίδια γειτονιά που ζούσαν μαζί μια ολόκληρη ζωή και όμως δεν συναντιούνται ποτέ. Διασχίζουν τον ίδιο δρόμο ο καθένας από την αντίπερα όχθη. Περπατούν γύρω από την πλατεία των παιδικών τους χρόνων από αντιδιαμετρικά σημεία. Ο ένας κοιτά μέσα και βλέπει τα παιδιά να παίζουν και βλέπει τον εαυτό του στην ηλικία αυτή, να παίζει με τα άλλα παιδιά και αναπολεί. Ο άλλος όμως δεν έφυγε ποτέ από την πλατεία. Το κουβαδάκι του έμεινε εκεί. Τα αμάξια περνουν με δυνατή μουσική υπόκρουση τραγούδια από τα νιάτα μου και εγώ κλείνω το τζάμι του δικού μου οδηγώντας προς το 12-ωρο μαρτύριο που με περιμένει.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Μίλια μακρυά...


Η νύχτα φεύγει, ενα wild turkey με πάγο και φέτα πορτοκαλι έρχεται. Πέμπτη Μεγάλη και διάθεση μικρή. Τρέχω σαν μανιακός στη Σπύρου Λούη να φύγω όσο πιο μακρυά γίνεται από απο τη δουλεία. Πέντε μέρες κάτεργο και 2 να ζήσεις όσα δεν κατάφερες μια ζωή. .. Ευκαιρία η αυριανή αργία να κάν κάτι παραπάνω. Ο ήλιος έδυσε και είναι η ώρα που κάνει και τα σκατά να φαντάζουν όμορφα. Τέσσερεις μέρες μπροστά μου και ο Rory που ξέθαψα στη cd-ιέρα βαράει τη λιωμένη Stratocaster. Οδηγώ μεθυσμένος και το μωβ χρώμα του ήλιου που έδυσε πένθυμα θολώνει τον ορίζοντα. Στα δεξιά το στάδιο μεταμορφώνεται σε ορεινό όγκο καθώς η μάζα από τα σίδερα λιώνει και από μέσα του αναδύεται καυτή η ανάσα μου να ουρλιάζει του στοίχους του Gallagher. Οι κάμερες κυκλοφορίας καθισμένες πάνω στους στήλους με παρακολουθούν καρτερικά σαν γύπες που περιμένουν το θύμα τους. Το φως που σβήνει τους δίνει σκιές και τους ζωντανεύει στα μάτια μου. Άραγε πόσες φορές άφησες τη φαντασία σου να καλπάσει έτσι μέσα στα πεζά τσιμεντένια φράγματα της πόλης; Rory με ακούς; σε πλησιάζω κι όμως είμαι ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα μακρυά σου. Πρίν πέσει το κομμάτι ήμουν μια ζωή και ένα φανάρι μακρυά σου. Οι αποστάσεις μικραίνουν αρκεί να κάνεις το βήμα.
Έχω πάρει φωτιά. Άγριος σαν τη γαλοπούλα μου, με νοθευμένη αμόλυβδη τρέχω να φτάσω σε εκείνη. Με περιμένει στο σπίτι, στα ατελείωτα βράδυα μακρυά της όταν κοιμάμαι δίπλα της και όμως ένα εκατομμύριο μίλια μακρυά της. Της κρατώ το χέρι και είμαστε τόσο μακρυά. Είναι δίπλα μου τώρα κι όμως ταξιδεύει μίλια μακρυά μου, μέσα στα όνειρά της. Κι όμως είναι καλά. Γιατί ξέρω πως μολονότι δεν μου ανοίκει τίποτα μπορώ να διεκδικώ το χαμόγελό της κάθε φορά που την κοιτώ.
Το κείμενο μου δεν βγάζει νόημα για τους σώφρονες. Το έχω κρύψει καλά και όμως είναι μπροστά σου. Λίγο Wild Turkey, κάτι φέτες πορτοκάλι, παγος, και το κομμάτι που ακούω και με έχει βάλει σε αυτό το τριπάκι χρειάζεται.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Bright Lights Big City


Σε όλων μας τα χέρια έχει κάποτε πέσει φοβερή «επιστημονική μελέτη» lifestyle περιοδικού με λίστες σχετικά με το πως πρέπει να ζεις, τί πρέπει να αρέσει σε άτομα της τάξης σου και φυσικά γιατί πρέπει να αγαπήσεις κάτι που δεν σε εμπνέει πάντα. Κάτι τέτοιο είναι και η λίστα στην οποία αναφέρομαι. Δεν μου αρέσει το lifestyle, δεν γουστάρω να είμαι στη σειρά Σάββατο βράδυ περιμένοντας πότε ο άχρηστος ο πορτιέρης θα εκτιμήσει οτι είναι ώρα και για μένα να διασκεδάσω. Αυτό που μισώ ποιό πολύ είναι τα φλογερά άρθρα που αναφέρονται στους λόγους που πρέπει να αγαπώ την πόλη αυτή. Αυτή την πόλη την μισώ και πιο πολύ μισώ τους ανθρώπους αυτούς που αντί να παρακινούν τον κόσμο να την αλλάξει, τον «ψήνουν» γα το πόσο όμορφη είναι η σκατίλα υπό το ημίφως του ηλιοβασιλέματος στην Πλάκα, με τον καφέ στα 5 ευρώ και τον κάθε άθλιο να θωπεύει τα οπίσθιά σου γιατί σώνει και καλά πρέπει κι εσύ να ζήσεις το μύθο σου στην πόλη αυτή, που πέθανε μαζί με τον κόσμο που θέλουν να μας πείσουν πως ακόμα κατοικεί στις συνοικίες της Αθήνας των ελληνικών ταινιών του 1960. Για τον λόγο αυτό αποφάσισα κι εγώ να φτιάξω μιαν άλλη λίστα. Η λίστα μέσα από τα μάτια του μισάνθρωπου που δεν ψάχνει να φύγει από αυτή την κωλόπολη. Αυτή θα ήταν η εύκολη λύση και αυτό που θα έλεγε ο κάθε ελαφρόμυαλος: άμα δεν σ’αρέσει γιατί δεν φεύγεις; Μένω γιατί νιώθω πως κάτι πρέπει να κάνω για να αλλάξει αυτη η αηδία. Δεν εγκαταλείπω ρε μαλάκα! Να φύγεις εσύ και φρόντισε να πάρεις μαζί σου και όλα τα φιλαράκια σου. Θα τα γνωρίζεις από το αποχαυνωμένο βλέμμα και τη λοβοτομή με τις ευλογίες του STAR. Αυτή είναι η αντιλίστα μου. Οι λόγοι που μισώ την πόλη αυτή. Αναγνωρίζεις μήπως κάτι δικό σου σε αυτή; Αν ναι, τότε τί κανεις;
ΨΕΜΑ: Λατρεύω την πόλη αυτή για τις ευκαιρίες που μου δίνει να χάνομαι στα όμορφα δρομάκια της. Ακολουθεί μερική απαρίθμηση κλασσικών δρόμων της Πλάκας, cult café και «δήθεν» σημεία συνάντησης.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΟΥ: ‘Οταν θέλω να χαθώ, ονειρεύομαι. Κι όταν ονειρεύοαι φαντάζομαι τον εαυτό μου σε μέρη μαγικά και όχι εφιαλτικά. Στον υπερσιβηρικό να φεύγω από τη Μόσχα σε ένα ταξίδι αναζήτησης μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Στα dykes του Άμστερνταμ και στο μαγαζάκι του Soren δίπλα στην όχθη, κατι μέτρα από το δικό τους παζάρι στο Waterlooplein. Καθόμαστε έξω, πίνουμε καφέ και μιλάμε για την εξέλιξη των Blues με μια resonator αγκαλιά. Πες μου ένα μέρος στην Αθήνα που μπορείς να το κάνεις αυτό. Πες μου ποιός θα σταματήσει να μιλήσει μαζί σου και ποιός ξέρει τί είναι resonator. Πως μπορεί στην πόλη αυτή να μην έχω ούτε έναν φίλο και να ξέρω άτομα σε άλλα μέρη του κόσμου που τα επισκέφτηκα σε μια σύντομη διαδρομή; Είναι γιατί αυτή η πόλη είναι αδιάφορη, όπως και το βλέμμα του κόσμου. Περπατούσα στο Βερολίνο και με σταμάτησε μια γριά γυναίκα για να μου πει πως αν θέλω βοήθεια να πάω κάπου μπορεί να μου την προσφέρει αρκεί να καταλαβαίνω Γερμανικά μιας και δεν μιλά καθόλου Αγγλικά. Πότε σταμάτησες εσύ χωρίς λόγο να προσφέρεις βοήθεια σε έναν ξένο; Πώς μπορεί να ξεφύγεις ευχάριστα σε έναν μπαρουτοκαπνισμένο τοίχο σκεπασμένο με άναρθρα graffiti νέων που δεν έχουν μάθει ακόμα να μιλάνε; Από πότε είναι τέχνη να βάζεις μια άθλια υπογραφή σε έναν μίζερο τοίχο; Θυμάμαι τους διοικητές μου στον στρατό όταν βγάζανε στην αναφορά κανένα ταλαίπωρο που έγραφε το όνομά του στους ασβεστομένους τοίχους της σκοπιάς: Νώντας, 246 ΕΣΣΟ, Αριδαία. Ή ο διοικητής ήταν μαλάκας ή η τέχνη έκανε μεγάλα βήματα προς τα πίσω για να φτάσει να θεωρείται τέχνη η απομίμιση του gangster lifestyle σε μια χώρα που τα φαρδυά παντελόνια τα φόραγε ο Καΐλας όταν λουστράριζε παπούτσια στη Σταδίου. Μια Πλάκα μας έμεινε την οποία επισκεπτόμαστε κι εμείς με τους τουρίστες. Τουρίστες μέσα στην ίδια μας την πόλη, να μας πιάνουν τον κώλο ο όμοιοι μας και εμείς να ψάχνουμε την ευκαιρία μας να κάνουμε το ίδιο στον συνάνθρωπό μας. Μισώ την πόλη αυτή και ό,τι άλλο αντιπροσωπεύει, γιατί χάσαμε το δικαίωμα να ζούμε σε αυτή σαν άνθρωποι από τη στιγμή που νομίσαμε πως μας ανήκει.
ΨΕΜΑ: Μ΄αρέσει η πόλη αυτή για το πολυπληθυσμικό ψηφιδωτό της και την πολιτιστική ανταλλαγή ιδεών με τις μεινότητες που διαμένουν στις όμορφες συνοικίες.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΟΥ: Η πόλη έγινε ένα απέραντο γκέτο. Το γκέτο των ντόπιων με το γκέτο των αλλοδαπών που παλεύουν για τους τίτλους κυριότητας μιας πιθαμής ασφάλτου που βρωμά και ζέχνει. Ενός τόπου που δεν σε ήθελε ποτέ και προσπαθεί να σε λιώσει από τη μέρα που γεννήθηκες. Οι αλλοδαποί δεν είναι σε θέση να προσφέρουν τίποτα περισσότερο από τα προϊόντα που πουλούν λαθραία στους δρόμους πυκνής κυκλοφορίας. Δεν μειονεκτούν έναντι κάποιου. Απλά πεινάνε. Όταν δεν έχεις λύσει το βιοποριστικό σου πώς θα παράγεις τέχνη; Πώς θα ανθίσει η σκέψη όταν σε κυνηγάνε οι υποχρεώσεις, η πείνα και η αναζήτηση στέγης; Ο πολιτισμός είναι για αυτούς που τον ορίζουν και τον αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν έχεις λύσει άλλα προβλήματα. Το ίδιο ισχύει και για του ημεδαπούς. Ο Έλληνας πείνασε, μετά χόρτασε και τέλος τα ξεπούλησε όλα για ένα επιδόρπιο στο εξοχικό, δίπλα στην αμαξάρα. Και για αυτά πούλησε την ελεύθερη σκέψη, τα ιδανικά του και μαζί με το εξοχικό και το αμάξι, υποθήκευσε και το μέλλον των παιδιών του. Δεν υπάρχει πολιτισμός, ούτε κουλτούρα. Χρώματιστές κορδέλες στις παγιέτες του Κωστέτσου και άλλων κύναιδων και φιλήδονων ξωτικών που περιφέρονται σαν κωλοφωτιές στη νύχτα της Αθήνας. Σε άρθρο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας διαβάζουμε (όσοι ακόμα το θυμούνται) πως έχει μετατραπεί η Γερανίου σε στέκι εμπορίας ναρκωτικών. Οι μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, ΟΛΟΙ πουλούν και χρησιμοποιούν. Εκεί είναι το πολιτισμικό παζάρι και όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα. Όλοι καταλαβαίνουν και όλοι μαζί «ξεφεύγουν» μέσα από την πραγματικότητά τους. Γιατί όταν ζεις μέσα στην κόλαση αυτή, τότε ακόμα και στη μέση ενός βρωμερού και άθλιου δρόμου θέλεις να βρεθείς κάπου αλλού. Θέλεις κι εσύ ένα εισιτήριο για τον υπερσιβηρικό. Όλοι έχουν δικαίωμα στο όνειρο. Μάλλον κι αυτός που έγραφε για τις «ομορφιές» αυτές, κάπου εκεί ταξιδεύει για να βγει από τη δική του μιζέρια. Πάρε κι εσύ μια τσάντα από τον μαύρο. Είναι φτιαμένη με τον ιδρώτα ενός μικρού κίτρινου παιδιού που λιώνει σε μια βιοτεχνία στην Άπω Ανατολή κάτω από το βλέμμα ένος λευκού που μετρά τα κέρδη με τη σέσουλα. Μάλλον κάπως έτσι μετράται ο πολιτισμός. Κάπως έτσι συσφίγγονται οι δεσμοί μεταξύ των λαών. Φταις εσύ που αγόρασες την τσάντα και άρα συντηρείς το πρόβλημα. Φταίει το σύστημα που δεν σου επιτρέπει να αγοράσεις μια γνήσια Gucci. Φταίει η παιδεία σου που δεν μπορεί να σε κάνει να δεις πως δεν χρειάζεσαι μια Gucci. Φταίει ο μεγάλος αδερφός. Όχι φταίει η παγκόσμια οικονομία. Φταίει όμως και η μη εφαρμογή των νόμων. ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ ρε μαλάκα πότε θα φταίμε; Εγώ δεν ψηφίζω; Εγώ δεν έχω γνώμη; Εμένα δεν μου έμαθε ο πατέρας μου να μην αδικώ τους συνανθρώπους μου;
ΨΕΜΑ: Λατρεύω τις μικρές οάσεις /café που ξεπηδούν σε κάθε γειτονιά γεμάτα άποψη και ζεστή ατμόσφαιρα για τους θαμώνες του.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΟΥ: Τότε γιατί εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο ξεπηδούν; Ποιά ατμόσφαιρα κάνει τον καφέ να ανέβει στα 5 ευρώ και τον πελάτη τόσο μαλάκα όσο να τον αγοράζει συνέχεια; Σαν τις ρέγκες, να καπνίζονται μέσα σε μια απαίσα ατμόσφαιρα από άναρθρα beat και ξανασερβιρισμένα dog songs με λίγη από lifestyle κάθονται και μετρούν τις ώρες να περνούν ανούσια, κοιτώντας τον διπλανό και σκεπτόμενοι το αβυσσαλέο ντεκολτέ της γκαρσόνας που εκδίδεται σερβίροντας μισόγυμνη τον καφέ για να μπορεί να έχει να δουλέψει και αύριο. Πού είναι τα καφέ του Παρισίου δίπλα στην όχθη του Σικουάνα με τη μουσική του Django να συνοδεύει τον ζεστό latte με τη μυρωδιά από Gaulloise σαν λιβάνι να ποτίζει την ατμόσφαιρα; Εδώ είναι Ελλάδα. Ε, και; Πού είναι λοιπόν τα αγιόκλιμα, ο ελληνικός με ολίγη; Πού είναι η rexona να σκοτώσει τη μασχαλίλα του γκαρσονιού; Και μιας και το ‘φερε η κουβέντα υπάρχει rexona για την αγένεια, την κλεψιά και την πιασοκωλιά;
ΨΕΜΑ: Αυτή η φοβερή πόλη στην οποία ανθεί ο πολιτισμός στις γκαλερύ και τα πάρτυ των κουλτουριάρηδων...
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΟΥ: Ποιός πολιτισμός υπάρχει όταν γινόμαστε διαρκώς μάρτυρες της αμορφωσιάς του Έλληνα από τον προφορικό του λόγο, την πλήρη άγνοια της ιστορίας του, της γεωγραφίας του και της ιστορικής του πορείας και ευθύνης ως κάτοικος του μάταιου τούτου κόσμου; Η τέχνη ομορφαίνει τον κόσμο. Τί αντίληψη μπορεί να έχουμε περί ομορφιάς όταν ζούμε μέσα στα σκατά και μας αρέσει; Όταν πληρώνουμε φυλλάδες για να μάθουμε τον λογο που μας αρέσει αυτή η κατάντια; Η τέχνη ξυπνά τον άνθρωπο και εμείς κοιμόμαστε γιατί έχουμε παραιτηθεί πριν ακόμα γεννηθούμε. Παραιτήθηκαν οι δικοί μας και εμείς γεννηθήκαμε κοιμισμένοι επιθυμώντας να γυρίσουμε πίσω στην εμβρυακή μας μακαριώτητα.
ΨΕΜΑ: Η πόλη αυτή είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και μεγαλώνει
Η ΑΛΗΘΕΙΑ: Η πόλη αυτή είναι νεκρή όπως και ο κόσμος που ζει σε αυτή.
Προτιμώ να συνειδητοποιήσω αυτό που δεν υπάρχει προκειμένου να κάνω κάτι ώστε να αλλάξει η κατάσταση. Όσο κοιμάμαι αγκαλιά με τις φυλλάδες τόσο θα απομακρύνεται η προοπτική αυτή.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Buried alive in the blues (the leaping fish) ;)


Μεγαλώνοντας, έρχονται στιγμές στην ζωή μας που αναζητουμε κάτι προκειμένου να μας συνδέσει με κάτι από τη νεότερη ηλικία μας. Είναι η κλωστή αυτή που αν την ακολουθήσει ο νους σου, θα σε ταξιδέψει πίσω στο χρόνο. Όποιον και να ρωτήσεις, δύσκολα θα βρεις κάποιον που να θέλει να ταξιδέψει στο μέλλον περισσότερο από οσο θέλει να γυρίσει πίσω στον χρόνο. Είναι το καταφύγιο όπου με τα μυαλά του τώρα και τη νιότη του τότε μπορείς να κάνεις παπάδες. Έχω πάντα δεμένη μια μικρή κόκκινη κλωστή στο χέρι μου και αισθάνομαι τυχερός γιατί μπορώ να κάνω τα ταξίδια αυτά κάθε φορά που πιάνω μια κιθάρα στα χέρια μου.
Αγόρασα την πρώτη μου με χαρτζιλίκι της μάνας μου, χωρίς να ξέρω να παίζω ούτε μια νότα. Ήταν το 1990 ή κάπου τότε. Έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια έκτοτε και όμως νοιώθω πως πέρασαν άλλα τόσα. Ήταν μια φτηνή και χοντροφτιαγμένη κλασσική κιθάρα που πήρα για 12000 δραχμές συμπληρώνοντας το χαρτζιλίκι της μάνας. Ακόμα την κρατάω αν και ταλαιπωρημένη γιατί στα τάστα της ονειρεύτηκα για πρώτη φορά τη μουσική που θα έπαιζα εγώ. Όταν χάνω τον εαυτό μου η ανάμνησή της με συνεφέρει και αυτό το συναίσθημα βγαίνει πλέον κάθε φορά που πιάνω μια κιθάρα. Το σώμα τους δροσερό και απαλό, ζεσταίνει γρήγορα μόλις τις πάρεις στην αγκαλιά σου. Οι καμπύλες τους μοιραίες ταιριάζουν απόλυτα στον σωματότυπό σου. Σε κάθε σόλο που παίζεις πάνω τους μία μία οι χορδές αργοπεθαίνουν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη θυσία για κάτι που αγαπάς.

Προσφάτως σε μια βραδιά στο Κύτταρο έκανα ένα άλμα στο χρόνο και είδα τον εαυτό μου όπως θα ήθελα να είναι μερικές δεκαετίες αργότερα, στα μάτια του Νικ Γκραβενίτη. Τί κι αν έβγαλε τη συναυλία καθιστός; Εβδομήντα χρόνων έπαιζε για 4 ώρες! Δεν ξέρω πως συνέβη αυτό, αλλά βρισκόμουν στην όλη φάση Bloomfield, Buttefield Blues Band, Quicksilver Messenger και βέβαια Νick Gravenites ελπίζοντας να μπορέσω να ακούσω Live το Moon Tune του My Labors μια φορά. Εντάξει, δεν ακούστηκε, αλλά ευτύχησα να ακούσω το Buried Alive in the Blues. Ήμουν εκεί, μέσα στα blues και ένιωσα τα ρίγη καθώς η φωνή του αναλοίωτη διέσχιζε την αίθουσα. Κόσμος έγραψε για την τεχνική αρτιότητά του, τον μουσικό εξοπλισμό αυτού και του κιθαρίστα του. Τί σημασία έχουν όλα αυτά όταν βρίσκεσαι μπροστά σε έναν ζωντανό θρύλο... Από πότε κρίνεται κάποιος για τον μουσικό του εξοπλισμό (φτηνός ή ακριβός); Διαλέγω αυτά που διαλέγω για μένα γιατί με κάνουν να γυρίζω πίσω σε αυτό που δεν κατάφερα να γίνω. Μπορεί να λατρέψω μια ασήμαντη κιθάρα όπως μια επώνυμη και αυτό για τους δικούς μου λόγους. Είμαι βέβαιος πως αυτοί που διάλεξαν για τον εαυτό τους (και όχι άλλοι γι αυτούς) έχουν τους λόγους τους.

Είμαι ευχαριστημένος που η αγαπημένη μου stratocaster έχει πλέον το όνομα του Νικ κρυμένο καλά πίσω από το backplate. Δεν είναι αυτόγραφο, είναι μια στιγμή μοναδική που αποτύπωσα πάνω σε κάτι που λατρεύω πραγματικά. Μια "μπλε" καρδιά μέσα στο γλυκό σώμα μιας από τις ωραιότερες "γυναίκες" που φαντασιώθηκε ποτέ κανείς.

Ποτέ μην υποτιμάς τη δύναμη των γραπτών...

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

CORTEZ... CORTEZ....


Τί φοβερό συναίσθημα είναι αυτό τελικά; Να βρίσκεσαι βυθισμένος στο τέλμα της ρουτίνας και να απέχεις από τους ρυθμούς που τρέχει όλη η πόλη το Σαββατόβραδο... Εκεί,, κάτι μετά τις 12 τα ξημερώματα, με τις πυτζάμες ψάχνοντας τα ίχνη της νιότης σου μέσα από τη φωτεινή οθόνη ενός υπολογιστή. Όλα αλλάζουν και εμείς να ψάχνουμε να βρούμε την πρότινη μας νιότη μέσα απο τα déjà vous και ερεθίσματα που δεν βρίσκονται στα κουτιά με τις παλαιές φωτογραφίες, αλλά στο Youtube. Είναι τα Blues της Παρασκευής. Για άλλη μια φορά είστε συντονισμένοι στα ίχνη της μνήμης μου. Οι συνειρμοί μου μπλέκουν στις μελωδίες του τραγουδιού του Neil Young. Cortez The Killer από το θρυλικό και καταφρονημένο Zuma. Τί και αν το τραγούδι μνημονεύει τις σφαγές και τα κρίματα του Cortez; Σε εμάς τους Έλληνες λίγο μετρά ο στίχος όταν έρχεται η ώρα για ένα κομμάτι σαν αυτό. Δεν το ακοώ όμως από τον Neil Young. Είναι μια καταπληκτική διασκευή από τον Dave Matthews και τον Warren Haynes. Παίζουν ζωντανά το κομμάτι μπροστά σε ένα πλήθος που παραληρεί καθώς σε ένα πάρκο. Οι μελωδίες ξεχύνονται από την Les Paul και ο αέρας σκορπά τον ιδρώτα και τις φωνές σε ένα ενεργειακό συνονθύλευμα. Είναι η ώρα που θέλεις να γίνεις αυτά που ήθελες πάντα πιτσιρικάς. Δεν είσαι ο δημόσιος υπάλληλος, ο πατέρας, ο καραγκιόζης. Παίζεις εσύ εκεί και το πλήθος ουρλιάζει καθώς βρίσκεσαι στην καλύτερη στιγμή της ζωής σου.

Hate was just a legend and war was never known… σε μια εποχή που για σένα ήταν όλα πολύ απλά. Πότε το άκουσες το κομμάτι πρώτη φορά; Σε ένα πάρτυ στο σχολείο; στις διακοπές σου φευγαλέα καθώς περνούσες έξω από το ροκόμπαρο της περιοχής; έχει τόση σημασία; Έχεις κάνει μια βουτιά στο χρόνο, στην καλύτερη στιγμή της ζωής σου που δεν θα γυρίσει ποτέ πια πίσω. Βλέπω τον Haynes να διηγείται με τα ατελείωτα σόλα την ιστορία και από κάτω το χαμόγελο μιας άγνωστης. Για εκείνη, η στιγμή αυτή που λέμε είναι εκεί. Τότε. Ο φακός την έσωσε από τον χρόνο και ίσως εκείνη να μην είναι ποτέ πια η ίδια, όμως πάντα θα θυμάται τα ρίγη που της έφερε αυτό το ατελείωτο μινόρε και πάντα θα με βοηθά να φέρω στο δικό μου μυαλό τα ρίγη της δικης μου ανάμνησης.
Ποιά άλλη εμπειρία μπορεί να σε ταξιδέψει στα μέρη της μνήμης αυτής; Το σόλο δεν σταματά. Ο ιδρώτας τρέχει και τα δάχτυλα σφίγγουν την φαγωμένη ταστιέρα. Η πένα έλιωσε και τα τάστα υπομένουν καρτερικά τις κραυγές που ξερνά η λυχνία του ενισχυτή καθώς ζορίζεται. Θέλω ο χρόνος να μείνει στην νότα εκείνη, στο χαμόγελο αυτό και το ρίγος να διαπερνά το σώμα μου καθώς το αεράκι που περνά μέσα από τα μαλλιά της έρχεται και χαιδεύει το πρόσωπό μου.
Καλοκαίρι, αρχές ‘90 και τα μηχανάκια τρέχουν στην πίσω ρόδα. Τα τσιγάρα στην κωλότσεπη και οι γυναίκες είναι όλες όμορφες με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο.
Ο χρόνος όλα τα θάβει...

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

PARISIENNE WALKWAYS


Η ώρα είναι περασμένη και πως μου ήρθε, άρχισα να ψάχνω στο youtube για το Parisienne Walkways του Garry Moore. Πραγματικά τον απεχθάνομαι τον τύπο. Αυτό το υπερφύαλο παίξιμό του και η δήθεν εμμονή και προσκόλληση στα blues όταν ο ίδιος προ μηνών παραδέχτηκε πως δεν είχε ακούσει τον Robert Johnson ούτε ξώφαλτσα. Ο Albert King μαζί με όλους τους εν ζωή μπλουζίστες που παίξαν μαζί του για τα προς το ζειν τις περιόδους που ο Moore μεσουρανούσε, έσπαγε πλάκα μαζί του λέγοντας σε όλους ευθαρσώς πως ποτέ του δεν θα γίνει ένας πραγματικός μπλουζίστας γιατί προσπαθεί πολύ. Το blues είναι αυτό που βγάζεις στο κομμάτι χωρίς απαραίτητα να είσαι ένας δεξιοτέχνης στο όργανο που παίζεις. Έχει να κάνει με την κατάθεση ψυχής ή όπως ο BB λέει: paying your dues...

Το τραγούδι μιλάει για την ανάμνηση του Παρισιού το 1949, τα Ιλίσσια Πεδία, το St. Michel, το κρασί και το άρωμα μιας γυναίκας που ήταν δική σου κάποτε. Αν έχεις βρεθεί στο Παρίσι, όλα είναι εκεί. Μπορεί να μην ήταν καλοκαίρι, οι φωτογραφίες είναι όμως εκεί, να σου θυμήζουν πως ήταν και όντως οι δρόμοι του Παρισιού είναι μια έντονη ανάμνηση. Πλακόστρωτοι όπως θέλω να θυμάμαι, να ακολουθούν την κοίτη του Σικουάνα και τα bateau γεμάτα τουρίστες. Από το σαλόνι του σπιτιού ένα βροχερό βράδυ παρέα στην τηλεόραση είναι μια χαρά ανάμνηση! Τί τρομερή ειρωνεία με κάνει όμως να γράψω το κομμάτι αυτό. Η τηλεόραση παίζει πλάνα των άστεγων στους δρόμους της Αργεντινής του σήμερα, που ζεί στην αίγλη του χτες.

Ένα ακόμα κομμάτι που λειτουργούσε συνειρμικά ανετράπη υπό τις εικόνες του άστεγου που ψάχνει για στοίβες χαρτιών που θα ανακυκλώσει για να ζήσει. Τα blues του τότε έχουν τους δικούς τους hobos σήμερα. Και τα soundtrack των γυμνασιακών χρόνων μας, τα blues όπως τα λέγαμε τότε, τραγουδάκια για να πιάνουμε κώλους στα πάρτυ, ξαφνικά παίρνουν άλλο νόημα. Γίνονται άθελά τους το sountrack σε ένα τσούρμο ταλαίπωρους που μαζέυουν σκουπίδια δίπλα σε μια σημαία με τον Τσε, σουβενίρ προς πώληση σε τουρίστες.

Τί κι αν δεν είναι Παρίσι το '49 στα Ιλίσσια Πεδία; Το St. Michel έχει πνιγεί από Ελληνικά σουβλατζίδικα με αρχαιοελληνικά ονόματα (γύρος του Αγαμέμνωνα και του Μινόταυρου). Το άρωμα της γυναίκα είναι εκεί. Την πήρες, την έκανες δική σου και κάθε πρωί ξυπνά δίπλα σου. Όμως, χωρίς να το θέλει, αυτός ο ατάλαντος μουσικός, κατάλοιπο της δεκαετίας του '80 έρμηνευσε ένα υπέροχο κομμάτι στο youtube και με ξεκόλλησε από το τέλμα που βρισκόμουν. Ένα τραγούδι, που αν δεν έβλεπα τον Αργεντίνο στους δρόμουσ της πατρίδας του δεν θα σήμαινε τίποτα το ιδιαίτερο.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

MACHINE GUN


Στο μυαλό πολλών ο Hendrix δεν συνδέεται με τα blues. Όλοι γνωρίζουν τα κλασικά: Foxy Lady, Hey Joe άντε και το All Along The Watchtower (Dylan γαρ…).
Ο άνθρωπος έπαιζε blues. Πάρ΄το μουσικά, σημειολογικά, ηχητικά ή αξιωματικά. Το Red House είναι μια απτή απόδειξη. Αν όμως δεν έχεις ακούσει το Machine Gun, χάνεις πολλά. Ένας φόρος τιμής στον αυτοσχεδιασμό, μια ενέργεια που διαχέεται και θρέφεται από τη δική σου. Τί κι αν είχα τη δυνατότητα να το αναλύσω μουσικολογικά. Πόσοι θα ενδιαφερθούν πραγματικά γι΄ αυτό; Ας το πούμε αλλιώς: Φαντάσου τη Guernica σαν ένα μουσικό κομμάτι. Αν ο Hendrix ζωγράφιζε, αυτό το τραγούδι θα ήταν η Guernica του. Ή για να το περιγράψω καλύτερα, αν ο Picasso είχε μια Stratocaster και απέδιδε μουσικά τον πίνακά του, τότε εκείνος θα ήταν που θα άλλαζε τη ροή της ροκ μουσικής. Ευτυχώς ο Jimi είναι μοναδικός. Στα 12 λεπτά και 40 δεύτερα (έκδοση από το άλμπουμ Band of Gypsys) η κιθάρα σου διηγείται τη φρίκη του πολέμου και ο Jimi απλά συμπληρώνει τα κενά με τη φωνή του. Έξι χορδές και το τρομακτκό sustain της κιθάρας που ξερνάνε οι λάμπες του Marshall μεταφέρουν τα ουρλιαχτά του πολέμου ενω διακόπτονται διαρκώς από τις ριπές του ταμπούρου.
Διαλέγουμε να ακούμε τραγούδια που συνδυάσαμε με καταστάσεις και γεγονότα στη ζωή μας. Τα τραγούδια αυτά γίνονται έντονα δικά μας λόγω της σύνδεσης αυτής. Κι όμως δεν είναι πάντα έτσι. Φαντάσου να άκουγες το Machine Gun την πρώτη φορά που έκανες sex. Δεν ξέρω για ποιόν θα ήταν πιο τραυματική η εμπειρία. Μάλλον για εκείνη. Είναι ένα τραγούδι βίαιο και καθόλου ρομαντικό. Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός και οι ριπές ασταμάτητες. Δεν θα μπορούσε με τίποτα να συνοδεύει μουσικά την πρώτη σου φορά. Τίποτα δεν κρατά 12΄40΄΄. Νομίζω πως θα ήσουν καλύτερα με το Little Wing (2’27’’) από το Axis: Bold As Love. Ο Chas Chandler (μπασίστας των Animals και παραγωγός των πρώτων LP του Jimi) υποχρέωνε τον Hendrix να κρατά τα τραγούδια κάτω από τα 3 λεπτά, πράγμα που σημαίνει πως καλύτερα να βάλεις το Axis παρά το Band of Gypsys.
Το συγκεκριμένο κομμάτι δεν συνδέεται με κάτι συγκεκριμένο από τη δική μου ζωή πέρα από το γεγονός πως για μεγάλο διάστημα το συγκεκριμένο άλμπουμ σκονίζονταν στη βιβλιοθήκη μου, αλφαβητικά τοποθετημένο δίπλα στους Housemartins!!! Είναι λοιπόν μια ευκαιρία να ανακαλύψω άλλες πτυχές του Hendrix και να αλλάξω τον τρόπο που αρχειοθετώ τα CD μου.
Αν κάποιος μου ζητούσε να παραθέσω 5 λέξεις/φράσεις που μου έρχονται συνειρμικά για τον Hendrix στο μυαλό, αυτές θα ήταν: Stratocaster, fuzz, zipp-έλαιο, θάνατος στα 27 και Machine Gun.
Μιλάμε για τις πέντε λέξεις που έρχονται στο μυαλό. Άλλος θα προσέθετε: Dylan, ‘scuse me while I kiss the sky, Fillmore East, 101 Αερομεταφερόμενο Τάγμα, κλπ. Είναι όμως συγκλονιστικό πως κανείς φτάνει στο σημείο να γνωρίζει τόσα πράγματα και λεπτομέρειες για έναν άνθρωπο. Υπάρχουν τόσα άλλα ιστορικά πρόσωπα για τα οποία θα έπρεπε να γνωρίζω πράγματα. Η pop κουλτούρα είναι προφανώς ισχυρότερη της ιστορίας. Θα μπορούσα να παραθέσω έναν σωρό από πληροφορίες ιστορικής ακρίβειας για μουσικούς που με ενδιαφέρουν, που στα μάτια πολλών να με κάνουν έναν αξιοθαύμαστο μελετητή του είδους. Η αλήθεια όμως έιναι πως δεν ξέρω τ΄ποτα περισσότερο από ό,τι γνωρίζει οποιοσδήποτε άλλος που τρέφει ένα ενδιαφέρον για κάποιο μουσικό είδος. Κατά τα λεγόμνα του Nick Hornby (31 Songs)ένα τραγούδι που αγαπάς θα πρέπει να μιλά περισσότερο στην καρδιά και λιγότερο στο μυαλό.

Για μένα, ο Hendrix είναι ένας μπλουζίστας.